Αρχείο για ευτυχία

Τελευταίες ενημερώσεις-περιλήψεις για κλίμα-συμφιλιωτική ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗ, τρομο-εμβόλια, ΦΟΝΙΚΕΣ ψευτοοικολογικές λάμπες υδραργύρου

Η πιο πρόσφατη  περίληψη για τη ΔΟΚΙΜΑΣΜΕΝΗ, ειρηνική, συλλογική αντιμετώπιση-ΑΠΟΤΡΟΠΗ των φυσικών κλιματικών αλλαγών, όπως οι ενδεχόμενοι ηφαιστειακοί χειμώνες:

Earth SHIELDING to REPEL Deadly Space Electricity-Multilingual-65 languages

https://www.scribd.com/embeds/305377935/content?start_page=1&view_mode=scroll&access_key=key-8kmRyphfDHSg96dIsW1M&show_recommendations=true
SHARE and RESCUE!

ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΕΙΣ: globalprovidence.blogspot.com

Πτώχευση-λιμός ή ΑΥΤΑΡΚΗΣ ΑΙΓΟΤΡΟΦΙΑ;

Περίληψη και λινκ για ΔΩΡΕΑΝ βιβλίο κατά των ΦΟΝΙΚΩΝ λαμπών υδραργύρου: εδώ. Βίντεο, εδώ.






ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ έκδοση κατά των κερδομανιακών τρομοεμβολιασμών, εδώ.

O γνωστός καρδιολόγος δρ Θ. Δρίτσας ΚΑΤΑΓΓΕΛΛΕΙ τους φοβικούς εγωμανείς τρομο-εμβολιαστές! Το ίδιο κάνει και ο καθηγητής Ιατρικής Χαρ. Μουτσόπουλος. 22-10-09: ΠΡΩΤΟΙ γνωστοί ΝΕΚΡΟΙ από το εμβόλιο γρίπης στη Σουηδία

ΜΗΤΕΡΕΣ, ΥΓΕΙΟΝΟΜΙΚΟΙ,  αστυνομικοί, πυροσβέστες,  ΑΡΝΟΥΝΤΑΙ τον τρομοεμβολιασμό! Δείτε πώς αλλιώς μπορείτε να βοηθήσετε, πέρα από τη διάδοση, στο τέλος τής ανάρτησης.*

To 1976 μετά από εκατομμύρια ΚΕΡΔΟΣΚΟΠΙΚΑ εμβόλια δήθεν για ‘γρίπη των χοίρων’ στις ΗΠΑ, ΕΚΑΤΟΝΤΑΔΕΣ νεκρούς και ΧΙΛΙΑΔΕΣ παράλυτους από αυτά, οι εμβολιασμοί σταμάτησαν…: http://www.youtube.com/watch?v=uW8ulLgXmyA

Οι συνταγομανείς ‘ειδικοί’ με τα αντιβιοτικά ΑΥΞΗΣΑΝ την ανθεκτικότητα των μικροβίων. ΓΙΑΤΙ δεν αρρωσταίνουν όλοι στις επιδημίες είτε προκαλούνται από εξουθένωση είτε από εμβόλια;;; ΓΙΑΤΙ ΔΕ μας ενημερώνουν από τι και  πόσο ΚΑΤΕΣΤΡΑΜΜΕΝΟ ανοσοποιητικό (με ΚΑΤΕΥΘΥΝΟΜΕΝΑ ποτά, ξενύχτια κλπ) οδηγήθηκαν σε νοσηλεία διάφοροι δήθεν «υγιείς» άτυχοι γριπιασμένοι, ενώ άλλοι ΔΕΝ ΑΡΡΩΣΤΑΙΝΟΥΝ ΚΑΘΟΛΟΥ; ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΑΙΩΝΟΒΙΟΙ για ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΧΡΟΝΙΑ, έφτασαν και ξεπέρασαν τα 100 χρόνια ζωής όχι με …εμβόλια και φαρμακολαγνεία, αλλά με ΚΑΛΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ !!!

ΓΙΑΤΙ οι αυτο-καταστροφικοί «εκλεκτοί» ΕΜΠΟΔΙΖΟΥΝ τη συμφιλιωτική ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗ-ΑΥΤΑΡΚΕΙΑ και ΑΠΟΣΙΩΠΟΥΝ τη σημασία της επαρκούς ξεκούρασης για την ΠΡΟΛΗΨΗ (αλλά ΚΑΙ τη θεραπεία: βλ. αποσιωπούμενη ΔΩΡΕΑΝ νηστειοθεραπεία). ΤΟΥΣ ΕΜΠΙΣΤΕΥΕΣΤΕ;;;

ΚΑΝΕΝΑΣ δεν υπογράφει για αποζημίωση λόγω βλαβών από εμβόλια… Ώσπου να υπάρξει ΑΠΟΛΥΤΗ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ στη χρηματοδότηση, την έρευνα, τις προϋποθέσεις και τις παρενέργειες, και ταυτόχρονη ΚΑΤΑΠΟΛΕΜΗΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΦΘΟΡΕΩΝ ΤΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ (με εθισμούς, ξενύχτια κλπ), ο καθένας πρέπει να αποφασίζει ελεύθερα για το αν θέλει να εμβολιαστεί. Σε πολλές χώρες όπου υπάρχει έντονη ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ στην ΑΔΙΑΦΑΝΕΙΑ, οι εμβολιασμοί ΔΕΝ είναι υποχρεωτικοί. Εμπιστεύεστε τους κερδομανείς; ΔΙΑΔΩΣΤΕ και ΔΙΑΣΩΣΤΕ: εδώ.

Σχετικά με την πυρετο-αφοβία: εδώ.



*Επειδή έχει ήδη δημοσιευτεί (http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=87430,

αλλά και λόγω πιθανών εκβιασμών τραπεζιτών-φαρμακοβιομηχάνων-Π.Ο.Υ) ότι υπάρχει ενδεχόμενο βίαιου εμβολιασμού, αρχικά των παιδιών ΧΩΡΙΣ ΓΟΝΙΚΗ ΣΥΝΑΙΝΕΣΗ,  μπορούμε να καταθέσουμε ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΜΕΝΕΣ επιστολές σε σχολεία και ΚΑΘΕ ΦΟΡΕΑ που εμπλέκεται, όπου θα δηλώνουμε ότι ΔΕΝ ΕΠΙΤΡΕΠΟΥΜΕ ΚΑΜΙΑ εμβολιαστική ή άλλη ανάλογη επέμβαση στα παιδιά μας, χωρίς να ληφθεί η γνώμη και η συναίνεσή μας, και ότι ΕΠΙΦΥΛΛΑΣΣΟΜΑΣΤΕ απέναντι σε όσους κακοποιήσουν τα παιδιά μας, όλων των δικαιωμάτων που μας δίνει ο αστικός και ποινικός κώδικας και οι διεθνείς συμβάσεις.

Οι ρωγμές στις πυραμίδες και τα λοιπά ιεραρχικά συστήματα οδηγούν στην κατάρρευσή τους.
Ας μην ξεχνάμε ότι τα χρόνια που έρχονται, εκτός από τα αιματοβαμμένα κέρδη τους, οι τραπεζίτες έχουν να προλάβουν και ένα σωρό προβλήματα από την αύξηση της εναντίον τους παγκόσμιας οργής (η λεγόμενη ‘συνθήκη της Κοπεγχάγης’ ήδη αποδείχθηκε ΦΙΑΣΚΟ, στη Δολαρία αυξάνονται οι αγορές όπλων από τους κατοίκους…), την αύξηση της τιμής των καυσίμων και τη διάδοση ΔΟΚΙΜΑΣΜΕΝΩΝ εναλλακτικών προς την αυτο-καταστροφικότητά τους.

Πρέπει να θυμίζουμε στους κάθε φορά κυβερνώντες τρία πράγματα: πρώτα ότι διοικούν ανθρώπους, έπειτα ότι πρέπει να διοικούν σύμφωνα με κοινά αποδεκτούς, συμφιλιωτικούς νόμους και τέλος ότι ΔΕ ΘΑ ΚΥΒΕΡΝΟΥΝ ΑΙΩΝΙΑ. (Τον άρχοντα τριών δει μέμνησθαι: ότι μεν πρώτον ανθρώπων άρχει, δεύτερον δε κατά νόμους άρχει, τρίτον δε ότι ούκ αεί άρχει).

Καλοχαιρέτα τον πεζό άμα καβαλικέψεις, για να σε χαιρετά κι αυτός άμα θα ξεπεζέψεις! Δεν υπάρχει ΤΙΠΟΤΑ αθάνατο ! Κι ας μας προγράφουν οι αρχομανείς επειδή ΚΑΤΑΡΡΕΟΥΝ χωρίς ΚΑΜΙΑ ‘εναλλακτική’ στο πετρέλαιο που τελειώνει, εκτός από την ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗ σε αυτάρκη αγροκτήματα!

* Κερδοσκοπικοί-τρομολαγνικοί εμβολιασμοί σε κατευθυνόμενα, πομπηιακά ξενυχτισμένη-εξουθενωμένη ανθρωπότητα, αντί για ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΠΡΟΛΗΨΗ με επαρκή ξεκούραση και διατροφή χωρίς υπερκατανάλωση τροφών με υψηλό γλυκαιμικό φορτίο.

Απόσπασμα από συνέντευξη του μοριακού βιολόγου Dr. Stefan Lanka:

Από τον 19ο αιώνα παρατηρήθηκαν κάποιες αρρώστιες σε πτηνοτροφεία όπως κυάνωση, μειωμένη παραγωγή αυγών, ατσούμπαλο φτέρωμα, και σημειώθηκαν ακόμα και κάποιοι θάνατοι πτηνών. Αυτές οι αρρώστιες ονομάστηκαν «πανούκλα των πτηνών». Στα σημερινά πτηνοτροφεία, κυρίως εκεί που κρατάνε τα κοτόπουλα σε κλουβιά, πολλά απ’ αυτά πεθαίνουν κάθε μέρα σαν συνέπεια της φυλάκισής τους. Οι συνέπειες αυτού του μαζικού σταβλίσματος μετονομάστηκαν απλά από «πανούκλα των πτηνών» σε «γρίπη των πτηνών». Εδώ και δεκαετίες παρακολουθούμε το πώς αποδίδουν αυτή την καταστροφή στην ύπαρξη κάποιου υποτιθέμενου ιού, ώστε να αποσπαστεί η προσοχή μας από τις πραγματικές αιτίες.

Τα εκατομμύρια κοτόπουλα, τότε, που φέρονται να έχουν πεθάνει από τη γρίπη των πτηνών, πέθαναν ουσιαστικά από άγχος και διάφορες ελλείψεις ή δηλητηριάσεις;

Αν ένα κοτόπουλο κάνει λιγότερα αυγά ή πάθει κυάνωση και επιπλέον διαγνωστεί σαν Η5Ν1-θετικό, τότε εξολοθρεύουν και όλα τα υπόλοιπα κοτόπουλα. Κάπως έτσι προκύπτει ο αριθμός των εκατομμυρίων κοτόπουλων που αποδεκατίστηκαν από τον “ιό” Η5Ν1.

Αν κοιτάξουμε προσεκτικότερα, τότε θα διακρίνουμε μια στρατηγική δεκαετιών πίσω από όλα αυτά: πρόκειται για έναν τρόπο που εφαρμόζεται στη Δύση ώστε να πλουτίζουν οι μεγάλες επιχειρήσεις, αφού τα ζώα που εξολοθρεύονται σαν υποτιθέμενα θύματα της επιδημίας, αποζημιώνονται δημοσία δαπάνη με την υψηλότερη τιμή του εμπορίου. Στην Ασία, πάλι, και σε άλλα μέρη όπου τα πουλερικά εκτρέφονται με επιτυχία, τορπιλίζεται η αγορά τους συστηματικά και εμπαθώς από τον FAO (Food and Acricultural Organisation) υπό την αιγίδα του ΟΗΕ. Έτσι, οι μεγάλοι πτηνοτρόφοι στη Δύση δεν έχουν κανένα λόγο να ανησυχούν και όταν οι τιμές πέσουν, φροντίζουν να πάρουν από τους κτηνιάτρους τους μια διάγνωση επιδημίας, ώστε με αυτόματη διάθεση όλων των πουλερικών τους στη χωματερή, να κερδίσουν πολύ περισσότερα χρήματα από το κράτος, από όσα θα κέρδιζαν με την κανονική διάθεσή των πτηνών τους στην αγορά. Με δυο λόγια: είναι μια σύγχρονη επιδοτούμενη απάτη με πρόκληση καταλυτικού φόβου, η οποία ταυτόχρονα εγγυάται ότι κανείς δε θα ζητήσει αποδείξεις.

Από τι πέθαναν οι άνθρωποι, στους οποίους βρέθηκε ο Η5Ν1;

Υπάρχουν ελάχιστες μόνο αναφορές διαθέσιμες στο κοινό για τα συμπτώματα που παρατηρήθηκαν και για το πώς αντιμετωπίστηκαν, ενώ οι συγκεκριμένες περιπτώσεις ήταν σαφείς: άνθρωποι με συμπτώματα κρυολογήματος που είχαν την ατυχία να πέσουν στα χέρια κυνηγών του “ιού” Η5Ν1, θανατώθηκαν με τρελές ποσότητες χημειοθεραπείας που θα αναχαίτιζε, υποτίθεται, τον ιό-φάντασμα. Απομονωμένοι σε θαλάμους από νάιλον, και περιτριγυρισμένοι από τρελούς με διαστημικές στολές, αυτοί οι άνθρωποι πέθαναν μέσα σε τρομώδη φόβο από πολλαπλές οργανικές ανεπάρκειες.

Τελικά δεν υπάρχει πουθενά αυτός ο ιός της γρίπης των πτηνών;

Στον άνθρωπο, στο αίμα και σε άλλα υγρά του σώματος, στα ζώα ή σε φυτά, κανείς δεν είδε και δεν απέδειξε δομές που να μπορούν να χαρακτηριστούν σαν ιοί της γρίπης των πτηνών, της κοινής γρίπης, ή σαν οποιοιδήποτε άλλο παθογόνο ιό. Τα αίτια των ασθενειών που αποδίδονται σε ιούς, όταν εμφανίζονται γρήγορα, διαδοχικά ή ταυτόχρόνα σε πολλά άτομα όπως και στα ζώα, είναι από καιρό γνωστά.

Και το κυριότερο: για τους ιούς, ως υπαίτιους για πρόκληση ασθενειών, πολύ απλά δεν υπάρχει καμιά θέση στην Βιολογία.

Θα πρέπει να αγνοήσω

  • τη Νέα Ιατρική του Dr. Hamer, σύμφωνα με την οποία τα αίτια των ασθενειών οφείλονται σε τραυματικά γεγονότα (σοκ),
  • να αγνοήσω τις αντιλήψεις της Χημείας σχετικά με τις συνέπειες των δηλητηριάσεων και των ελλείψεων*, καθώς και
  • τις αντιλήψεις της Φυσικής για τις συνέπειες των ακτινοβολιών,
  • για να βρω χώρο για φαντασιώσεις όπως είναι οι ιοί που προκαλούν ασθένειες.

[*ενν. απαραίτητων θρεπτικών και άλλων στοιχείων]

Τότε γιατί υπάρχουν ακόμα ισχυρισμοί περί παθογόνων ιών;

Οι συμβατικοί γιατροί έχουν ανάγκη από τον καταλυτικό, αποβλακωτικό και ολέθριο φόβο για παθογόνους ιούς-φαντάσματα, σαν κεντρική βάση της ύπαρξής τους:

  • Πρώτον, για να ρημάζουν μαζικά τους ανθρώπους με τα εμβόλια ώστε να οικοδομήσουν έναν πελατειακό κύκλο χρονίως άρρωστων και ευπαθών ατόμων, που θα τους επιτρέπουν οποιοδήποτε πειραματισμό πάνω τους.
  • Δεύτερον, για να μη χρειαστεί να παραδεχτούν ότι αποτυγχάνουν παταγωδώς στη θεραπεία των χρόνιων ασθενειών και ότι σκότωσαν και συνεχίζουν να σκοτώνουν περισσότερους ανθρώπους απ’ όσους κατάφεραν όλοι οι πόλεμοι μαζί μέχρι σήμερα. Κάθε συμβατικός γιατρός έχει επίγνωση αυτής της πραγματικότητας, αλλά πολύ λίγοι μόνο τολμούν να την αναφέρουν. Δεν είναι να απορεί κανείς που οι συμβατικοί γιατροί έχουν μακράν το υψηλότερο ποσοστό περιπτώσεων αυτοκτονίας σε σχέση με άλλες επαγγελματικές ομάδες.
  • Τρίτον, οι συμβατικοί γιατροί έχουν ανάγκη τον καταλυτικό και αποβλακωτικό φόβο περί διαβολικών ιών, ώστε να καλύψουν τη δική τους προέλευση σαν καταπιεστές και θανατηφόρα όργανα του επιβλητικού Βατικανού, με τα «λευκά άμφια» του πρώιμου Μεσαίωνα, που αποτελούσαν ένα ολοφάνερο όργανο θανάτωσης και βασανισμού από την Ιερά Εξέταση.

Η συμβατική Ιατρική ήταν και είναι ο πιο σημαντικός στυλοβάτης όλων των δικτατοριών και των κυβερνήσεων που δε θέλησαν να υπακούσουν στο γραπτό νόμο, στους θεσμούς και στα ανθρώπινα δικαιώματα, δηλαδή στο δημοκρατικά θεσμοθετημένο κοινωνικό συμβόλαιο. Έτσι εξηγείται και το γεγονός ότι η συμβατική ιατρική μπορεί και της επιτρέπεται πραγματικά να κάνει τα πάντα, χωρίς να υπόκειται σε κανέναν έλεγχο. Αν δεν υπερνικήσουμε αυτό το εμπόδιο, θα αφανιστούμε όλοι από τη συμβατική Ιατρική.

Καθένας που έχει τα μάτια του ανοικτά, έτσι θα το δει. Ο Ivan Illich προειδοποιούσε γι’ αυτόν τον κίνδυνο ήδη από το 1975, στην ανάλυσή του «Η απαλλοτρίωση της υγείας» (Die Enteignung der Gesundheit). Αυτό το βιβλίο υπάρχει και σήμερα με τον τίτλο «Η Ιατρική Νέμεση» («Die Medizinische Nemesis», και στα αγγλικά «Medical Nemesis»).

Ο Γκαίτε περιέγραψε πολύ εύστοχα τη φύση της συμβατικής Ιατρικής στον «Φάουστ»: τους συμβατικούς γιατρούς, αυτούς που δίνουν «ματζούνια της Κόλασης», δηλαδή δηλητηριώδεις ουσίες, τους ονομάζει «θρασείς φονιάδες», οι οποίοι ακόμα και σήμερα επαινούνται.


παράλυτους

ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΕΛΒΕΤΙΑ, συμφιλιωτικό ΕΝΙΑΙΟ ΨΗΦΟΔΕΛΤΙΟ εκλογών


Για μια κλιματική περίληψη και συλλογική, φιλειρηνική προετοιμασία, κλικ εδώ
1. Η ΕΙΡΗΝΙΚΗ ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΝΕΙ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΥΣ !
2. ΕΛΒΕΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΝΙΑΙΑΣ ΛΙΣΤΑΣ


1. Η ΕΙΡΗΝΙΚΗ ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΝΕΙ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΥΣ !
(Περίληψη εκτεταμένης έρευνας των καθηγητών τού πανεπιστημίου τής Ζυρίχης Μπρούνο Φρέϊ και Αλόϊς Στούτσερ, που δημοσιεύτηκε στην Οικονομική Εφημερίδα (Economic Journal) τον Οκτώβριο του 2000 – Dr. Bruno Frey and Dr. Alois Stutzer, «Happiness, Economy and Institutions»)

Μελέτες για το τι κάνει τους ανθρώπους ευτυχισμένους έχουν διαπιστώσει ότι η απασχόληση και ο χαμηλός πληθωρισμός είναι δύο βασικοί παράγοντες, αλλά μέχρι τώρα δεν έχει υπάρξει καμία έρευνα για την επίδραση της άμεσης δημοκρατίας. Στην πρώτη συστηματική εμπειρική ανάλυση της επίδρασης των διαφορετικών πολιτικών συστημάτων στην ευτυχία (από την εποχή τού κατασυκοφαντημένου και αιματοκυλισμένου, από τους αρχομανείς ολιγαρχικούς δουλεμπόρους, Χρυσού Αιώνα των Μεσογειοευξείνιων δημοκρατιών, και του διακριτικά δημοκρατικού-αντιαυταρχικού Αριστοτέλη και των γι΄ αυτό το λόγο κατεστραμμένων «Πολιτειών» του, σ.τ.μ.), οι καθηγητές Φρέϊ και Στούτσερ δείχνουν ότι όσο πιο εκτενή είναι τα πολιτικά δικαιώματα συμμετοχής των πολιτών, τόσο πιο ικανοποιημένοι είναι με τις ζωές τους. Η έρευνά τους χρησιμοποιεί τα στοιχεία από 6.000 κατοίκους τής Ελβετίας για να δείξει ότι οι άνθρωποι είναι ευτυχέστεροι όσο μεγαλύτερο είναι το τοπικό επίπεδο δημοκρατίας. Και είναι ακόμα περισσότερο σημαντική γι΄ αυτούς η άμεση συμμετοχή στη δημοκρατική διαδικασία απ΄ ό,τι η έκβαση της διαδικασίας.
Επειδή οι συνταγματικές ρυθμίσεις είναι αρκετά σταθερές κατά τη διάρκεια του χρόνου, οι αναλύσεις τής επίδρασης των πολιτικών θεσμών στην ευτυχία μπορούν να πραγματοποιηθούν ταυτόχρονα. Το πρόβλημα είναι ότι πολυάριθμοι άλλοι παράγοντες ποικίλλουν και είναι δύσκολο να απομονωθεί μόνo η επίδραση των πολιτικών συστημάτων. Οι ερευνητές υπερνικούν αυτό το πρόβλημα μέσω μιας διαπεριφερειακής σύγκρισης που χρησιμοποιεί τα στοιχεία ερευνών από τις 26 διαφορετικές περιοχές τής Ελβετίας. Λόγω της ομοσπονδιακής δομής τής Ελβετίας, οι πολίτες ελέγχουν σημαντικούς τομείς τής λήψης αποφάσεων (π.χ. μεταβαλλόμενοι κρατικοί νόμοι, δημοψηφίσματα για να αποτρέψουν νέες δαπάνες, κλπ), με βαθμό ελέγχου που ποικίλλει πολύ μεταξύ των περιοχών. Σε μερικές, οι πολίτες έχουν πολλές ευκαιρίες άμεσης δημοκρατικής συμμετοχής μέσω των δημοψηφισμάτων και των πρωτοβουλιών ενώ σε άλλες αυτές οι δυνατότητες είναι σοβαρά περιορισμένες.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε μεταξύ του 1992 και 1994. Ο βαθμός ευτυχίας που αποδίδεται σε αυτούς τους ανθρώπους είναι βασισμένος στις απαντήσεις τους στην ακόλουθη ερώτηση: Πόσο ικανοποιημένοι είστε με τη ζωή σας συνολικά αυτές τις μέρες; Οι ερωτώμενοι μπορούσαν να επιλέξουν από μια κλίμακα 10 σημείων των προκαθορισμένων απαντήσεων που κυμαίνονταν από το «εντελώς ικανοποιημένος» ως το «απολύτως δυσαρεστημένος». Σύμφωνα με τους ψυχολόγους, οι απαντήσεις σε τέτοιες ερωτήσεις αντιστοιχούν στις πραγματικές εκδηλώσεις τής προσωπικής ευημερίας όπως το συχνό χαμόγελο και οι επιτυχείς κοινωνικές αλληλεπιδράσεις.
Οι απαντήσεις σ΄ αυτές τις ερωτήσεις συγκρίνονται προς τα οικονομικά και δημογραφικά στοιχεία και το βαθμό πιθανής άμεσης δημοκρατικής συμμετοχής. Όπως δείχνουν και άλλες μελέτες, η επίδραση που έχει ένα υψηλό εισόδημα στην ευτυχία είναι σχετικά μικρή και στατιστικά αδύναμη.
Αλλά η επίδραση που η άμεση δημοκρατική συμμετοχή έχει στην ευτυχία είναι μεγάλη. Παραδείγματος χάριν, τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η ευτυχία ενός πολίτη που κινείται από τη Γενεύη (την περιοχή με τις χαμηλότερες δυνατότητες συμμετοχής) προς το έδαφος της Βασιλείας (την περιοχή με τις υψηλότερες δυνατότητες συμμετοχής) αυξάνεται αρκετά.
Οι καθηγητές Φρέϊ και Στούτσερ επισημαίνουν ότι «η ευτυχία εξαρτάται κυρίως από το πόσο καλά είναι αναπτυγμένη η δημοκρατία. Το κύριο εύρημα της μελέτης καθιερώνει την πολιτική συμμετοχή ως σημαντικό καθοριστικό παράγοντα της ευημερίας των πολιτών».
Υπάρχουν δύο πιθανοί λόγοι για τους οποίους ένας υψηλότερος βαθμός άμεσης δημοκρατίας μπορεί να αυξήσει την αίσθηση της ευημερίας στους ανθρώπους. Κατ’ αρχάς, λόγω του πιό ενεργού ρόλου των πολιτών, οι πολιτικοί επιτηρούνται καλύτερα και ελέγχονται, και οι κυβερνητικές αποφάσεις είναι στη συνέχεια πιό κοντά στις επιθυμίες των ανθρώπων. Δεύτερον, οι θεσμοί τής άμεσης δημοκρατίας επεκτείνουν τις ευκαιρίες τους να αναμιχθούν στην πολιτική διαδικασία. Τα πειραματικά στοιχεία δείχνουν ότι οι άνθρωποι εκτιμούν αυτή τη διαδικασία πέρα από την έκβασή της.
Για να ανακαλύψουν ποιος από τους δύο λόγους φέρνει την ευτυχία με την άμεση δημοκρατία, οι ερευνητές σημειώνουν ότι η πολιτική συμμετοχή στα δημοψηφίσματα είναι περιορισμένη στους Ελβετούς υπηκόους και επομένως κυρίως αυτοί μπορούν να συγκεντρώσουν τα οφέλη από την επίδραση της συμμετοχής. Οι αλλοδαποί δεν έχουν άμεση πολιτική συμμετοχή αλλά δεν μπορούν να αποκλειστούν από τα ευνοϊκά αποτελέσματα της άμεσης δημοκρατίας.
Μια άμεση σύγκριση του αντίκτυπου της άμεσης δημοκρατίας στους αλλοδαπούς και τους πολίτες, αφότου έχουν αφαιρεθεί άλλοι παράγοντες, δείχνει ότι τα οφέλη για τους πολίτες είναι περίπου τρεις φορές μεγαλύτερα από τα οφέλη για τους αλλοδαπούς. Αυτό δείχνει ότι περίπου τα δύο τρίτα από τα οφέλη της άμεσης δημοκρατίας προκύπτουν από την ανάμειξη απλά στην πολιτική λήψη αποφάσεων. Οι Φρέϊ και Στούτσερ καταλήγουν ότι πραγματικά,
«Η άμεση δημοκρατία πρέπει να προτιμάται όχι μόνο επειδή αναγκάζει τους πολιτικούς να ακολουθούν τις επιθυμίες των πολιτών, αλλά και επειδή οι άνθρωποι ευεργετούνται από την άμεση συμμετοχή στην πολιτική διαδικασία.»

Κι αφού σε όλες τις ειρηνικές κοινωνίες, όπως βρήκε ο Κέλι,

«Οι πόλεμοι [δηλ. οι οργανωμένες επιθέσεις ορισμένων θολωμένων λόγω συσσώρευσης εντάσεων μετά την εμφάνιση του ανεξέλεγκτου υπερπληθυσμού, στμ] άρχισαν πριν από 10.000 χρόνια.
Το δήθεν «εφιαλτικό παρελθόν», όπου ο Χομπς θεωρούσε ότι οι άνθρωποι ζούσαν με συνεχή φόβο ΔΕΝ ΥΠΗΡΞΕ ΠΟΤΕ. Οι αφοβικές, μη ιεραρχικές [αντιαυταρχικές] κοινωνίες δείχνουν μια έντονη τάση για επίλυση των συγκρούσεων.
«Δίνουν μεγάλη έμφαση στην εγκαθίδρυση συνεργατικής, κοινοτικής ηθικής, γενναιοδωρίας και καλής θέλησης. Γίνονται συνεχείς προσπάθειες για τη διατήρηση σχέσεων «θετικής» ειρήνης [όχι απλά μεσοδιαστημάτων σε εχθροπραξίες] με τις γειτονικές ομάδες και με συνδυασμό επαρκούς ξεκούρασης, γάμων και συγγενικών σχέσεων, υιοθεσιών, επισκέψεων, ανταλλαγής δώρων και γιορτινών συναντήσεων με τραγούδια και χορούς. Έτσι προκύπτουν ειρηνοποιοί θεσμοί. Η πρωταρχική προδιάθεση των ανθρώπων για ειρήνη προμηνύει το μέλλον μας».
Raymond Kelly, Prof. at the University of Michigan, http://www.press.umich.edu/titleDetailDesc.do?id=11589

Καθόλου «σκοτεινός», λοιπόν, ο Ηράκλειτος˙ μάλλον πολύ διαφωτιστικός, γι΄αυτό λογοκριμένος:
«πόλεμος πάντων μεν πατήρ εστι, πάντων δε βασιλεύς, και τους μεν θεούς έδειξε τους δε ανθρώπους, τους μεν δούλους εποίησε τους δε ελευθέρους», και σε απόδοση ταιριαστή στα σημερινά: «(ο εθισμός στο φόβο και τον εκφοβισμό=πτοείν, από το οποίο ξεκινά –όπως εννοούσαν αρχικά, ο επιθετικός πτόλεμος>) πόλεμος είναι η αιτία και ο κυρίαρχος των παρακάτω: άλλους έκανε να παριστάνουν τους θεούς, άλλους ανέδειξε ανθρώπινους, άλλους έκανε υποτακτικούς, άλλους άφοβους».

«Ευτυχισμένοι οι θαρραλέοι ! »

2. ΕΛΒΕΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΝΙΑΙΑΣ ΛΙΣΤΑΣ

Παράλληλα με τα συχνά δημοψηφίσματα, το εκλογικό σύστημα της Ελβετικής Συνομοσπονδίας δίνει την ευκαιρία στους πολίτες (όχι υπηκόους των φοβικών βολευτικών ή μη δικτατοριών που αυτοκαταστρέφονται εκφοβίζοντας) να διαμορφώνουν το ψηφοδέλτιο επιλέγοντας πρόσωπα από διαφορετικούς χώρους.

(Στον ελλαδικό χώρο το εφάρμοσαν, όπως γίνεται σε πλήθος συλλόγους, λίγο πριν από τις δημοτικές εκλογές τού 2002 στη Μελίβοια Αγιάς, πρώτη φορά ίσως από το 1824 : μαζεύτηκαν και έβαλαν σε ένα ΕΝΙΑΙΟ ΨΗΦΟΔΕΛΤΙΟ τα ονόματα όσων ήθελαν να γίνουν δημοτικοί σύμβουλοι. Ύστερα ψήφισε ο καθένας όσους είχε δικαίωμα, σύμφωνα με τους κανόνες των επίσημων εκλογών.
Και όσους βγήκαν πρώτοι σε ψήφους, ανεξάρτητα από ένταξη σε κόμμα ή όχι, τους έβαλαν στο μοναδικό ψηφοδέλτιο των επίσημων εκλογών, και αποτέλεσαν το δημοτικό συμβούλιο που ήθελε το χωριό και όχι οι γραφειοκράτες)
.


Έτσι ούτε διαπλοκή ούτε προεκλογικά παραληρήματα και σπατάλες ούτε κομματικοί ανταγωνισμοί και διχόνοια βασανίζουν τους αμεσοδημοκράτες Ελβετούς. Κι αν εκείνους τους προστατεύει το υψόμετρο και διεθνείς συμφωνίες μη επέμβασης, γιατί να μην αγωνιστεί ο καθένας και η καθεμιά για το στοιχειώδες ανθρώπινο δικαίωμα να ελέγχουμε τους νόμους μας και τους εντολοδόχους μας πάντα και παντού; Αυτό πρότεινε ο Ρήγας, το ίδιο προέβλεπαν τα αποσιωπημένα 3 πρώτα ελληνικά Συντάγματα και κάποτε πρέπει να μοιραστούμε με τις νέες γενιές αυτή τη γνώση και συμφιλιωτική προοπτική, πόσο μάλλον που ωφελεί και αυτούς τους ανασφαλείς που την εχθρεύονται !
«Ευτυχισμένοι οι θαρραλέοι ! »

ΟΥΤΕ ΝΑ ΦΟΒΟΜΑΣΤΕ –
ΟΥΤΕ ΝΑ ΦΟΒΙΖΟΥΜΕ !

Και επειδή μπορεί να υπάρχουν ερωτήματα σχετικά με το σημερινό χαρακτήρα των Ελβετών κοκ, θα προτείναμε να κοιταχθεί παρακάτω η περιληπτική, γεμάτη αντιξοότητες ιστορία τής χώρας τα τελευταία 1000 χρόνια, που περιλαμβάνει τη Μικρή ΠΑΓΕΤΩΔΗ (~1350-1850), εισβολές, πείνα, εσωτερικές αντιθέσεις κλπ. Κι όμως, αντί για το δρόμο τού μοναρχικού ή κοινοβολευτικού αυταρχισμού, οι ψυχραιμότεροι κατάφεραν να δυναμώσει η Συνομοσπονδία με ΣΥΧΝΑ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑΤΑ και συμφιλιωτική ΕΝΙΑΙΑ ΛΙΣΤΑ εκλογών !

Switzerland before confederation > Prehistoric Switzerland
Until the late Middle Ages, the territory constituting modern Switzerland never formed a single political or cultural unit. The first stone implements discovered in Switzerland are more than 250,000 years old, and early human Neanderthal hunting settlements date from about 50,000 BC. During the last glacial period in Alpine Europe, the Würm stage, which began about 70,000 years ago, the country was covered with ice, many thousands of feet deep, that flowed down from the Alps. Animal figures carved on antlers and bones (e.g., those found in Kesslerloch date from about 10,000 BC) prove that during interglacial periods nomadic hunters had camps in caves of the ice-free areas of the Jura and the Mittelland and followed their prey, mainly reindeer and bear, into the high mountain valleys. Toward the end of the Würm, about 12,000 BC, Homo sapiens appeared; after the melting of the glaciers, Neolithic cultures established corn (maize) growing and animal breeding in parts of the Rhône and Rhine valleys (about 5000 BC). From about 1800 BC, Bronze Age settlements were scattered throughout the Mittelland and Alpine valleys.
http://www.britannica.com/eb/article-257012/Switzerland

Switzerland before confederation > Celtic Switzerland
During the Iron Age, from about 800 BC on, the area that was to become Switzerland was inhabited by Celts in the west and Raetians in the east. A rough boundary between the tribes ran from Lake Constance to the San Bernardino by way of the Linth valley. Much of what is now known about the Celts in western Europe during the period from approximately 400 to 50 BC was pieced together from information and artifacts gleaned from excavations at the lakeside encampment of La Tène, near the modern city of Neuchâtel. The Celts were noted for their metalwork, original ceramics, and superb jewelry crafted from gold. They first lived on single farms or in villages (of about 400 inhabitants, according to Caesar), and later they established larger towns (oppidum). Most of the cities of the Swiss Mittelland and of the transverse Alpine valleys were originally settled by Celts.

The Helvetii, one of the most powerful of the Celtic tribes, controlled much of the area between the Jura and the Alps. Because of pressures from Germanic tribes, they attempted to migrate to southwestern Gaul in 58 BC but were denied permission by the Romans. Defeated by Julius Caesar at Bibracte (modern Mont Beuvray, France) in the opening campaign of the Gallic Wars, the Helvetii survivors returned to their Swiss lands as dependent but privileged allies (foederati) of Rome and thus filled a vacuum that otherwise might have precipitated further Germanic encroachment.
http://www.britannica.com/eb/article-257013/Switzerland

Switzerland before confederation > «Roman» Switzerland
Caesar Augustus annexed present-day Switzerland to the Roman Empire in 15 BC. The Romans enlarged old Celtic settlements or built new military camps and towns, such as Augusta Raurica (now Augst), on the Rhine east of Basel; Genava, Julia Equestris (Nyon), and Lousonna (Lausanne), on the shores of Lake Geneva; Aventicum (Avenches), near Lake Morat; Eburodunum (Yverdon), on the southwest shore of Lake Neuchâtel; and Vindonissa (Windisch) and Turicum (Zürich), where the Limmat flows north out of Lake Zürich (Zürichsee). The Romans improved water supplies and constructed arenas and theatres, the best examples of which may be seen at Augst and Avenches. Villas, a type of fortified farmstead, were built, providing bases for agricultural exploitation and for spreading Roman influence into the surrounding countryside.

New fruits, plants, and vegetables were brought from the south. The grapevine was introduced despite attempts by Roman legislators to prevent wine from being produced north of the Alps. To facilitate increasing exports of wheat, cattle, and cheese, as well as to provide better lines of communication for military purposes, roads connecting Rome and the northern outposts of the empire were extended and improved across the Mittelland. The pass routes—especially the Great Saint Bernard in the west, between Octodurum (Martigny) and Augusta Praetoria (Aosta), and the San Bernardino, Splügen, Septimer, and Julier passes that linked the upper Rhine valley with the south of Switzerland—were enlarged from trails to narrow paved roads. In the peaceful period from AD 101 to 260, few Roman troops remained in Switzerland, and the economy and culture blossomed under civil Roman administration; Romanization was particularly strong in the western and southern part of the region and in Raetia in the east. By the 4th century Christianity had started to spread among the inhabitants; the legend of the “Theban Legion”—martyrs allegedly executed near Saint-Maurice in the Valais—would leave its mark on the Christian identity in many Swiss towns.
http://www.britannica.com/eb/article-257014/Switzerland

Switzerland before confederation > Germanic invasions
The first of the Germanic incursions occurred in AD 259–260 after the Roman limes (fortified strips of land that served as military barriers to invaders) fell. Although the Romans were able to temporarily reestablish the border at the Rhine, by AD 400 Roman Switzerland had disintegrated, and the lands of the Romanized Celts were occupied by Germanic tribes such as the Burgundians, Alemannians, and Langobardians (in Ticino). Few in number, the Burgundians occupied the lands of western Switzerland. They retained political control in Switzerland but lost contact with their former homelands and were assimilated into the Roman Celtic population. The French-speaking part of present-day Switzerland is approximately the territory settled by the Burgundians from the 5th century onward.

Large-scale migrations of Alemannians penetrated south of the Rhine during the 6th and 7th centuries. More numerous than the Burgundians and in direct contact with their kin north of the Rhine, the Alemannians colonized lands that had been only partially under Roman influence, which thus facilitated the imposition of their culture and language on the Celts. From the 6th to the 13th century, Germanic hegemony slowly penetrated westward from the Reuss River to the Sarine. The Alemannians also pushed farther into the upper Rhine valley, driving the Celts deeper into the Alps. Today in the valleys of the Graubünden (Grisons), the descendants of these Celts speak Romansh, the least-prevalent of Switzerland’s four official languages.
During the late 5th and early 6th centuries, Burgundians and Alemannians came under the control of the Franks and thus became part of Charlemagne’s resuscitated Holy Roman Empire in the 9th century. The Burgundians already were Roman Catholic, but the Franks let Irish and Scottish monks do missionary work among the Alemannians; the followers of one Irish monk, St. Gall, established a monastic settlement that became the town of Sankt Gallen. By erecting new churches and imposing their own counts and bishops, the Franks integrated the territory that later became Switzerland into the Carolingian empire. But less than 30 years after Charlemagne’s death, the Treaty of Verdun (843) divided his empire, including Switzerland, among his grandsons. The middle kingdom of Lothar I included the Burgundian settlement area west of the Aare River; it became part of an independent Burgundian kingdom that lasted until 1033, when it again joined the Holy Roman Empire. Alemannia, north and south of the Rhine, and Raetia were assigned in 843 to the East Frankish kingdom of Louis II (the German). By 1000 the Swiss territories belonged to 12 different bishoprics, the largest of which were Lausanne, Konstanz (Constance), Sion, and Chur.
http://www.britannica.com/eb/article-257015/Switzerland

Switzerland before confederation > Dynastic Switzerland
The Swiss area became united again in the 11th century under the Holy Roman Empire with its German emperors; however, the remoteness and the gradual decline of the imperial power allowed the rise of quasi-independent territories out of bailiwicks. This process enabled the feudal dynasties of the Zähringen, Savoy, Kyburg, and Habsburg families to concentrate rudimentary administrative and judicial powers in their own hands by the beginning of the 13th century. In the High Middle Ages these families founded monasteries and new cities to provide secure stopping places for the increasing numbers of merchants participating in the rapidly expanding trade of western Europe. By 1300 some 200 towns existed in what would become Switzerland, but only a few of them acquired major significance. Many of the fortified places had several functions: providing a source of revenue, offering a centre for (juridical) administration, defending newly acquired territories, and serving as an outpost for further dynastic expansion. Conflict with the Savoys prompted the Zähringens to found strategically located towns such as Bern, sited on the easily defended great bend of the Aare River; Fribourg, located on a loop of the entrenched Sarine River where a key trade route crossed the river; and the walled city of Murten (Morat), which became the dynasty’s western outlier. Under the Kyburgers, who were established in northeastern Switzerland, the settlements of Winterthur, Zug, Aarau, and Baden received town status. In the west the Savoys extended their domain from Geneva to Moudon and Yverdon, on the western end of Lake Neuchâtel, and up the Rhône valley into Valais.
By the mid-13th century, the Zähringers and Kyburgers had died out, and, after driving the Savoys back to the Vaud, the Habsburgs emerged as the dominant family in Switzerland. Their original castle, built in 1020, was strategically situated within a few miles of the confluence of the Aare, Reuss, and Limmat rivers in order to control east-west routes across the Mittelland and north-south passages through the Saint Gotthard Pass, along with the waterways of Lakes Walen and Zürich. The expansion of Habsburg influence and territory, facilitated by the royal dignity of Rudolf I (1273–91), the first German king of the Habsburg dynasty, eventually led to a confrontation with some small, relatively autonomous communities within central Switzerland and ultimately to the establishment of the Swiss Confederation, which was the result of a clash between two contrasting models for establishing public peace (Landfriede): the territorial rule of the high nobility or a federation of rural and urban communes.
http://www.britannica.com/eb/article-257016/Switzerland

The Swiss Confederation during the Late Middle Ages > The foundation of the confederation

The Swiss Confederation to 1798.

The communities of Uri, Schwyz, and Unterwalden were populated by a large number of free peasants. Originally, secular or ecclesiastic lords had sent them to clear the woods and cultivate the land in the severe environmental conditions of the Alpine valleys. Problems relating to the use of pasturelands, overgrazing, the cutting of forests, and natural disasters such as landslides, floods, and avalanches were too complex for any one person or family to solve. Far away from their overlords, these peasants formed relatively independent communities (Talgenossenschaften), in which assemblies of all free men (Landsgemeinden) elected their own leaders (Landammann) from among the local oligarchy. Solemn oaths held these communities together, and stockbreeding procured considerable income. Their relative autonomy was strengthened by the Hohenstaufen kings and emperors, who privileged these rural communes and made them immediate subjects of the crown in order to keep free the roads between Swabia and Italy, especially the Saint Gotthard Pass, which was made accessible after 1200 by the construction of daring bridges. As contestants for the empire and rulers of the northern approach to Saint Gotthard, the house of Habsburg showed growing interest in the same area.
In 1291, when Rudolf I of Habsburg died, the elites of the Waldstätte (“forest cantons”) Uri, Schwyz, and Unterwalden renewed an older treaty confirming that they would maintain public peace and efficient jurisdiction without interference from outside, thus securing their privileged position. Such pacts were common at that time, but this one was to be considered much later as the foundation of the Swiss Confederation (only since 1891 has August 1, 1291, been celebrated as the birth of the nation). The accounts of William Tell and of the foundation of the confederation in the Rütli meadow by the shore of Lake Lucerne are legendary products as well, but they date from the late 15th century. Within the empire the three Waldstätte sided with the Habsburgs’ rivals; Henry VII of Luxembourg confirmed direct imperial rule over the region in 1309, as later did Ludwig of Bavaria. In the Battle of Morgarten in 1315, the peasant foot soldiers of the forest cantons defeated an army of armoured Austrian knights sent against them in response to attacks on the wealthy monastery of Einsiedeln (near Lake Zürich). After the victory the league of 1291 was confirmed and extended; in matters of foreign relations, consultation among the members became compulsory.
What would distinguish the Swiss Confederation from the many other leagues in Europe was the fact that it united equally entitled rural and urban communes, both of which had acquired autonomy from local seigneurs (bishops or bailiffs). The economic strength of the Swiss towns, whose merchants traveled to Venice, Cracovia (Kraków), Antwerp, Lyon, and other commercial centres, gradually eliminated the power and influence of the feudal nobility, such as the counts of Greyerz or Toggenburg, who depended on a rural economy that was particularly shaken by the crisis of the Late Middle Ages (pestilence, crop failures, and famine). Indeed, the standard of living of the nobles scarcely differed from that of their more affluent subjects, especially after the Black Death that plagued Europe after 1348—reducing the Swiss population by about one-fourth—enabled wealthier peasants to cultivate more land. During that period the towns bought land and seigneurial rights from indebted nobles and thus acquired territory of their own, where they subjugated the population in the manner of the feudal lords. By becoming burghers of the towns and often even residing there, the lower nobles found themselves officers of a more efficient urban administration that sought to use regular jurisdiction in replacement of feudal warfare and to guarantee safe and rational conditions for commercial expansion. For the same purpose, the Swiss towns successfully aimed for the privileges enjoyed by free imperial towns and united into leagues, such as Bern’s Burgundian Confederation, or pursued special regional relationships, such as Zürich’s orientation toward Swabia and Basel’s focus on the Rhine region.
The expansion of the Swiss Confederation followed the same logic, promising help against foreign and internal dangers. Sometimes joining the confederation was the result of discord within a town; for example, Zürich became a member of the alliance in 1351 after a revolution by the guilds against the pro-Habsburg nobility. In the resulting treaty, common arbitration was first established as a means to settle conflicts between the cantons. By 1332 Lucerne had entered the league; Zug and Glarus became allies in 1352 for the first time but permanent members only in 1365 and 1388, respectively. Although these cantons were direct neighbours of the forest cantons, Bern, which joined in 1353, was located in and oriented toward the west. The new members strengthened the confederation by providing additional revenues, labour, and political and strategic capacities. With decisive military victories at the Battles of Sempach (1386) and Näfels (1388), the confederation pushed back the Habsburgs’ pretensions and further weakened the power and reputation of the local nobility dependent on them. About the same time, two joint concordats were concluded: the Pfaffenbrief (Pastors’ Ordinance, 1370), which protected passage along the Saint Gotthard Pass, prevented private feuds, and governed the relationship between secular and religious authorities, and the Sempacherbrief (Agreement of Sempach, 1393), which was to prevent private warfare by imposing common rules on all members of the league.
http://www.britannica.com/eb/article-257018/Switzerland

The Swiss Confederation during the Late Middle Ages > Expansion and position of power
The expansion of the Swiss Confederation between the Battles of Sempach and Marignano (1515) caught the attention of the European powers. The military strength of the confederation was founded on a militia of young people that was difficult to lead and often practiced blackmail or ravage but that stuck together in danger and developed a successful model for fighting knights with lances. Politically, non-Habsburg emperors—especially Sigismund (1368–1437), the king of Hungary, Germany, Bohemia, and Lombard and the Holy Roman emperor—granted privileges to the confederates, confirming their status as imperial towns and free communities. Thus, “turning Swiss” became an option for those German entities that disliked princely and usually Habsburgian territorial rule. Without becoming full members of the confederation, rural areas such as Appenzell (1411), republican towns such as Sankt Gallen (1454), Schaffhausen (1454), Mulhouse in Alsace (1466), and Rottweil in Swabia (1463), princes of the church such as the abbots of Sankt Gallen (1451), and the two other confederations of rural communities, the Valais and the Graubünden, eventually adopted the status of Swiss allies (Zugewandte). These allies took part in several wars and were invited to the meetings of the Diet (Tagsatzung), but, unlike the regular members, they neither possessed a full vote nor shared in the administration of the joint dependencies (gemeine Herrschaften). These dependencies were governed alternately by those cantons that had conquered them. As even the regular members were connected by many separate bilateral or multilateral treaties with different rules, Switzerland was really only a network of alliances rather than a state until 1798.
Nevertheless, beginning in the 15th century, the confederation gradually became a power of order in the neighbouring area, even though it usually did not act as a whole, but only those cantons that were directly involved became politically active. Thus, it was mainly Schwyz that intervened in favour of Appenzell against the abbot of Sankt Gallen, while Uri followed its designs on territory south of the Alps. But, initially lacking the support of other cantons, it was prevented in the early 15th century from expanding into Italian-speaking Ticino by the viscount of Milan. In 1415, during the ecumenical Council of Constance, Sigismund invited the Swiss to weaken Frederick IV, the Habsburg supporter of an antipope, and conquer his ancestral territory, Aargau (Argovie), which had separated Zürich from Lucerne and Bern. Thus, Aargau became the confederation’s first joint dependency. From 1424 (until 1712) the Diet became regular and assembled in the Argovian town of Baden to discuss common affairs and especially the administration of joint dependencies.
Soon after, in the eastern part of present-day Switzerland, the ambitions of Zürich, which invited Austrian and French support, clashed with those of Schwyz, which found support with the other confederates. In the bitter Old Zürich War, which erupted in the late 1430s, Schwyz and its allies thwarted Zürich’s attempt to gather a territory under the protection of its legitimate Austrian overlord and brought the city back into the internal balance of powers within Switzerland. Peace was finally restored in 1450, when Zürich renounced the Austrian alliance and Schwyz gained control of territory on the southern shore of Lake Zürich. While Zürich’s expansionist aims thus were blocked in the south, it purchased suzerainty over the town of Winterthur in the east (1467). In 1460 Pope Pius II entitled the Swiss to conquer Thurgau, another Habsburg territory in the east, near Lake Constance, which as a result became a joint dependency.
With the conquest of Thurgau and especially as a result of the Burgundian War (1474–77), Switzerland became a dynamic European power for half a century. Charles the Bold, duke of Burgundy, had tried to establish an empire extending from the Netherlands to the Mediterranean and gradually gained control of pawned Austrian territory from Alsace to the Rhine towns of Rheinfelden and Waldshut. Along the upper Rhine, Strasbourg, Basel, and Mulhouse sought support against Burgundian pressure and found it in Bern, whose commercial routes toward the west and north seemed endangered. Backed by an unprecedented peace and alliance with the Habsburgs and by the machinations of France’s Louis XI, the confederates won a series of spectacular encounters, including those at Grandson, Murten, and Nancy (1476–77). Charles the Bold eventually was killed, which ended his attempt to resurrect the Lotharingian empire and benefited France and especially the Habsburg heritors of the Netherlands.
The victory over Burgundy strengthened the position of the cities within the Swiss Confederation that wanted to welcome their wartime allies Fribourg and Solothurn into the league. The proposed expansion provoked a major crisis between the rural and urban oligarchies, which already had clashed over the Burgundian booty and generally had different interests. The towns were oriented toward commerce and interested in a more effective subjection of the countryside, which led to peasant uprisings such as those against Hans Waldmann, the burgomaster and virtual dictator of Zürich in the 1480s. The rural cantons sympathized with these peasants and also tolerated undisciplined freebooting; furthermore, these rather poor areas became even more dependent than the urban elites on the revenue generated by the increasingly professionalized mercenary system that supplied Switzerland’s renowned troops to the princes of Europe. Owing to the mediation of the hermit Nicholas of Flüe, the Diet of Stans (1481) agreement was reached, averting civil war by allowing Fribourg and Solothurn to join the Swiss Confederation, banning private war. The towns were required to renounce the separate alliance they had formed and to seek approval by the confederation for any future alliance that they might negotiate. This compact—the so-called Stanser Verkommnis (Contracts of Stans)—remained one of the very few treaties to include all of the cantons and was regularly renewed. Indeed, no common constitution existed prior to 1798.
In 1495 Holy Roman Emperor Maximilian I and the imperial Diet of Worms imposed a public peace and a Reichskammergericht (Imperial Chamber of Justice), which served as the empire’s supreme court. Like other peripheral regions, the Swiss Confederation opposed the intensification of the authority of the Habsburg ruler. Tensions also increased because of the antagonism between Swiss and Swabian mercenaries and a series of predatory excursions by both. The confederates were accused of being sacrilegious enemies of the nobility and true order. In 1499 Maximilian joined with the Swabian League, an alliance of southern German princes, knights, and cities organized to maintain public peace, and attacked the Swiss ally Graubünden, thus igniting the Swabian (or Swiss) War. After several battles in Graubünden and along the Rhine from Basel to the Vorarlberg, peace was declared at Basel on September 22, 1499; the Swiss Confederation did not adhere to the decisions of Worms, but it remained a subject of the empire even though there was little effective control left. Within two years the strategic Rhine territories of Basel and Schaffhausen joined the Swiss Confederation, and in 1513 Appenzell also became a full member.
Following the Swabian conflict, Switzerland was drawn into the struggle between the Holy Roman emperor, France, Spain, and the Italian powers over control of the duchy of Milan. The Swiss had more than a passing interest in this area, having followed Uri and extended their control into the southern Alpine valleys while fighting against the Milanese during the 15th century. The elites of the cantons were divided according to their contrasting foreign sympathies and the bribes they received for selling mercenary troops. At first the Swiss supported France, but later they joined the alliance led by the pope to drive the French out of Italy. In September 1515 a disunited Swiss force was decisively defeated on the fields of Marignano southeast of Milan, losing some 10,000 infantrymen in a battle against the French army, which used recently invented artillery and a modern cavalry.
The terms of the peace settlement of 1516 with French King Francis I were generous to the vanquished Swiss Confederation, which kept most of present-day Ticino as a joint dependency, while the Valtellina was accorded to the Graubünden. The goodwill generated by the peace terms and the mercenary pact of 1521 resulted in more than 250 years of accord between the former belligerents and had important economic consequences for Switzerland, giving confederate merchants access to the large French market. Although the traditional trade with the empire and Italian states continued, France became, in keeping with the general shift of commerce toward the Atlantic countries, the main market for Swiss products (principally textiles and cheese and later books, jewelry, and watches) until the French Revolution.
The defeat at Marignano marked the end of Switzerland’s role as a European power and eventually—but not intentionally—led to a politics of neutrality. Its political structure as a federation of independent states no longer could match the efficiency and resources of the growing united monarchies. In particular, a common and active foreign policy became impossible as the Reformation added another dimension to the heterogeneity of the confederation, already split because of different regional interests and especially the opposition of rural and urban cantons. Nevertheless, the Swiss Confederation had shown more signs of institutional consolidation and cultural similarity in the 15th century than it would in the three following centuries. By 1500 it had established a historiographical tradition and a sense of itself as a political entity based on its shared topography and history; moreover, foreigners regarded it as an entity.
http://www.britannica.com/eb/article-257019/Switzerland

The ancien régime > The Reformation
Switzerland’s then biggest town, Basel, became a cultural centre as a result of the Council of Basel (1431–49), the foundation of its university (1460), and its printing industry, which attracted famed Renaissance scholar Desiderius Erasmus, whose Christian philosophy became the heart of humanism in Switzerland. One of Erasmus’s most eager pupils was Huldrych Zwingli, an influential theologian and a dynamic political leader whose new Protestant religious doctrines, paralleling to some extent those of Martin Luther, fueled the Swiss Reformation. Against what he viewed as the decadent Roman Catholic hierarchy, Zwingli favoured the return to the teachings of the Bible. While Luther strictly separated the spiritual and political realms, Zwingli emphasized that both the church and the state were subject to the law of Christ. In 1525 Zürich’s great council adopted his innovations: the Latin mass was replaced by a simple communion service; a German-language bible was introduced; the clergy were allowed to marry; the church’s land property was secularized and its jurisdiction heavily restricted; and images were destroyed or withdrawn from the churches. Although supported by many peasants, the Swiss Reformation was most of all a success of the lay urban burghers and their councils, which took control of the spiritual and material power of the church and restrained the peasants, who in vain asked for the complete abolition of the tithe during the unrest of 1525. It was also in the countryside that the Anabaptists (believers of adult baptism) won most followers; refusing military service and the civic oath, they were cruelly suppressed well into the 18th century.
Zürich’s model was soon followed by other Swiss towns, especially those ruled by guilds such as Sankt Gallen, Basel, Biel, Mulhouse, and Schaffhausen and, after a public disputation in 1528, by patrician Bern. Yet, despite the presence of humanist supporters of the Reformation, the equally patrician towns of Fribourg, Solothurn, Lucerne, and Zug remained Roman Catholic. The most fervent opposition to the new faith came from central Switzerland’s rural cantons, which already controlled the local Roman Catholic church and depended heavily on the mercenary system that Zwingli had severely criticized and that Zürich’s council consequently had forbidden. In some rural areas with little central authority, the choice of religious denomination was left to individual communes, the majority of which adopted Protestantism. This occurred in both Glarus and Appenzell, the latter splitting along confessional lines into two half cantons in 1597. In Graubünden, too, the communes had free choice of adherence, and a majority chose Protestantism, while the Valais, after temporary success of the Reformers, was completely re-Catholicized later in the 17th century. Military confrontation over confessional preferences became inevitable within the joint dependencies, resulting in the Kappel Wars. In 1529 Protestant troops from Zürich and Bern advanced on the five Catholic cantons of central Switzerland (Uri, Schwyz, Unterwalden, Lucerne, and Zug), which had joined to form the Christian Union, but little fighting occurred in this first conflict, thanks to the compromise symbolized by the famous Kappeler Milchsuppe, a soup of milk and bread shared on the front by the two opposing armies. In the conflict’s aftermath, Zwingli insisted on and used economic pressure to achieve the Reformation of the whole Swiss Confederation. The Second Kappel War began in October 1531, when the five Roman Catholic cantons launched an unexpected attack on Zürich, winning the decisive Battle of Kappel, in which Zwingli, serving as chaplain for Zürich’s forces, was killed.
The second peace of Kappel confirmed the territorial status quo, which essentially remained unchanged until the demographic movements of the 19th century. The result was an irregular pattern of Protestant and Roman Catholic areas, cutting across the boundaries of language and physical geography, which is still in evidence today.
In the western, French-speaking part of Switzerland, the Reformation coincided with Bern’s expansion to the disadvantage of Savoy. In 1536 Protestant Bern conquered the Vaud and thus decisively backed the Reformation not only there but also in Neuchâtel and Geneva. Thanks to John Calvin, the latter became the spiritual centre of Europe’s Reformed churches while successfully resisting several attempts by Savoy to reduce the town under ducal power. A number of Reformation leaders in Switzerland (e.g., Calvin, Theodore Beza, and Guillaume Farel) were among the many Huguenot refugees from France; moreover, Italian and even Spanish Protestants also fled to Switzerland, heavily contributing to the economic and cultural development of the French-speaking Calvinist and German-speaking Zwinglian towns that united in two common confessions—the Consensus Tigurinus (1549) and the Second Helvetic Confession (1566). The Roman Catholic cantons responded by forming a special league, the Golden (or Borromean) League, in 1586 and establishing an alliance with Spain in 1586–87.
http://www.britannica.com/eb/article-257021/Switzerland

The ancien régime > Confessional equilibrium
At the national level, where there were almost no permanent common institutions other than the Diet, immobility was the result of the contrasting political and confessional options, which rendered impossible the accession of new cantons, though there was some interest from Geneva, Neuchâtel, and the Roman Catholic bishop of Basel. Yet, nobody dared to question the existing equilibrium, and for the same reason the cantons remained neutral during the Thirty Years’ War, despite pressure from religious leaders; only the Graubünden was almost torn apart between France and Spain during the Valtellina troubles (1620–39), involving Spain, Austria, and France. During the 17th-century wars of French king Louis XIV, neutrality gradually developed as an official maxim of the Swiss Confederation, both as a result of an institutionally weak foreign policy and as a way to avoid the internal strife inherent in the different loyalties of the various cantons. Neutrality, which de facto favoured France, also corresponded to the confederation’s new status as a sovereign republic after Basel’s burgomaster, Johann Rudolf Wettstein, obtained Switzerland’s exemption from the Holy Roman Empire in the Peace of Westphalia of 1648.
In the Diet, where every canton had an equal vote, and especially in most joint dependencies, which were governed by only the first eight members of the confederation, the Catholics had the majority despite a smaller population and comparatively less wealth. When Zürich and Bern attempted to gain supremacy in 1656, the five Roman Catholic cantons waged and won the first war of Villmergen in Aargau. In 1712, however, the same adversaries clashed in the second war of Villmergen, and this time the Protestants triumphed. Besides smaller changes in the joint dependencies, the confessional boundaries essentially were maintained, but the more economically prosperous Protestant towns now were also the incontestable political leaders in Switzerland.
In contrast to the weak political and military structures of the confederation, since the 15th century the oligarchies, especially in the towns, had been strengthening their power within their cantons. They expanded their administrative power especially in the domains of jurisdiction, taxes, and military conscription. In the late 16th and 17th centuries, the cities gradually stopped admitting new burghers and restricted access to the councils and official duties to a small group of oligarchic families. A similar process produced poor peasants without juridical rights in the rural cantons. The growing number of regulations and taxes was particularly resented in the countryside, where people usually invoked old privileges. Sporadic unrest climaxed in 1653 in a large peasant revolt that united Catholic and Protestant peasants, especially in Lucerne, Bern, and Basel, but was violently suppressed. Toward the end of the 17th century, the councils gradually considered and represented themselves as absolute sovereigns. Judged from the outside by Aristotelian criteria, they could be described variously as aristocracies (e.g., patrician towns such as Bern), democracies (e.g., the rural cantons with assemblies of all men), or a mixture of both (e.g., the towns ruled by guilds such as Basel); yet everywhere power was in the hands of elites who oriented themselves along the lines of French court life. But the model of and the alliance with the Protestant states (especially the Netherlands and England) increasingly became an alternative about the turn of the 18th century. Under these circumstances, the Protestant principality of Neuchâtel was inherited in 1707 by the Prussian king Frederick I rather than by a French prince favoured by Louis XIV.
http://www.britannica.com/eb/article-257022/Switzerland

The emergence of a modern state > Industrialization
In contrast to many surrounding regions, Switzerland experienced the 17th and 18th centuries as periods of peace and rising prosperity. Neutrality was beneficial to the economy, allowing the confederation to supply other countries with goods, and the influx of refugees, especially French Huguenots after their expulsion in 1685, was particularly important in rehabilitating old crafts and establishing new enterprises. By the 16th century French and Italian refugees had introduced watchmaking to Geneva, and by the late 18th century the city had some 1,000 master watchmakers and several thousand apprentices. Refugees were not instrumental in the founding of watchmaking in the canton of Neuchâtel, however; in the city itself, precision metallurgy was carried out as early as the 16th century, and specialists spread throughout the Jura, establishing this mountainous area as the major region of Swiss watchmaking.
Having accumulated mainly from the pensions of the mercenary system and from commercial sources, Swiss capital was desperately needed in those countries that constantly were at war, especially in France, and Genevan bankers became the centre of an extensive European financial network. Thanks to such benefits and without the costs of a court or a standing army, several towns were able to abolish the taxing of subjects in the 18th century. Thus, there was plenty of capital available to finance industrial expansion. Topography and historical parceling precluded the possibility of investing in large agricultural estates. In addition, natural resources did not exist in sufficient quantities for easy exploitation, and the cultivation of land could not support the rising population. Consequently, the Swiss Confederation benefited from the ample supply of labour available. Because landlocked Switzerland had no shipping enterprises or colonial possessions, industry was the natural target for economic development. Thus, by the end of the 18th century, about one-fourth of Switzerland’s working population was employed in industry, especially in the textile and watchmaking sectors. Owing to restrictions imposed by the guilds in the towns, this growth essentially occurred in the countryside; urban entrepreneurs provided raw materials to peasants, who were unable to subsist solely on their land and supplemented their incomes by spinning and weaving silk, linen, and especially cotton in their own cottages.
Since its origin in the 14th century, the manufacture of wool cloth had always been among the most important Swiss industries, but, after the demographic and economic crisis following the Black Death / 1348, textiles (excluding Sankt Gallen’s linen) did not blossom again until the 17th century, when refugees reestablished silk manufacture and later introduced fine spinning and muslin weaving. The free import of cheap machine-made thread from England sparked a last boom before the chaos of the French Revolution engulfed Switzerland, which was then among the most highly industrialized countries in Europe. The major producing regions were located in rural areas of the northeast, in proximity to Zürich–Winterthur and Sankt Gallen–Appenzell–Glarus, near sources of impounded water that provided mechanical energy for running the machines. In contrast, Bern and the Catholic cantons continued to rely primarily on agriculture. Rational commercial farming was introduced with some success, sometimes with the help of enlightened societies (such as those in Zürich and Bern).
http://www.britannica.com/eb/article-257024/Switzerland

The emergence of a modern state > The Helvetic Republic
Despite the Swiss Confederation’s economic expansion, its political institutions were poorly prepared to meet the forces set loose by the French Revolution: the 13 cantons had no central government; each had its own army; religious antagonisms persisted; the rural cantons were suspicious of the towns; the small cantons were jealous of the larger ones; the call for reforming the oligarchic and often corrupt hierarchies had been issued in several urban revolts during the 18th century, most frequently and intensely in Geneva, but was always violently repressed; and the more moderate propositions of the enlightened statesmen in the Helvetische Gesellschaft (Helvetic Society), a supraconfessional patriotic organization founded in 1761, met with similar refusal.
Although both pro- and anti-French feelings existed, Switzerland attempted to remain neutral during the French revolutionary wars. The country’s strategic position on the main Paris-Milan route via the Simplon Pass was vital for France, however, as was control of the Great Saint Bernard Pass. Thus, after Napoleon’s armies had conquered northern Italy, France invaded Switzerland and occupied Bern on March 5, 1798. Earlier the subjects in the Vaud and elsewhere had started to revolt against their urban lords, which thus revealed the impossibility of uniting the whole country against an often welcomed invader. Napoleon’s occupation effectively ended the ancient confederation of the 13 cantons and their allies.
Under French protection the Helvetic Republic, which lasted from 1798 to 1803, was established. For the first time in Swiss history, a constitution granted sovereignty to the people and provided individual rights and equality before the law; the subjects were liberated, and the Bernese and joint dependencies became cantons of their own. Although some former allies such as Sankt Gallen and the Graubünden joined the republic as full members, other cantons—Geneva, Neuchâtel, Valais, and the bishopric of Basel—were temporarily annexed by France. The unitary constitution, largely written by Peter Ochs, Basel’s chief master of the guilds, was modeled in Paris after the French constitution of 1795 and neglected the Swiss tradition of cantonal sovereignty. Opposition to the new state was strongest in central Switzerland, where Nidwalden’s revolt ended with a massacre. But even the supporters of the Helvetic Republic soon split into factions and fought each other in several coups d’état. Furthermore, the French treated Switzerland as a vassal state, plundering it and making it a battlefield in their conflicts with Austrian and Russian enemies. By the time French troops withdrew in 1803, Switzerland was plagued by civil war and anarchy, which prompted Napoleon to intervene with the Mediation Act; this stabilized the country without sacrificing the recently acquired individual rights. The 13 cantons were reestablished as near-sovereign states, and 6 new ones were created with full rights: Sankt Gallen, the Graubünden, Aargau, Thurgau, Ticino, and Vaud. During the rest of the Napoleonic Wars, the Swiss were bound to France by a defensive alliance, and several thousand Swiss soldiers died during Napoleon’s Russian campaign. Industry, especially textiles, suffered heavily from the continental blockade. In 1815, after Napoleon’s fall at the Battle of Waterloo, the Congress of Vienna handed over the Valtellina from Graubünden to Austria, but it added the three ancient allies of Valais, Neuchâtel, and Geneva to the Swiss Confederation, bringing its total to 22 cantons. Thus, the hopes of Bern and the Catholic cantons to reestablish the former dependencies were not realized, though Bern received Jura, the ancient bishopric of Basel, as compensation. Through the Second Treaty of Paris (1815), the European powers recognized and guaranteed the perpetual neutrality of the confederation.
http://www.britannica.com/eb/article-257025/Switzerland

The emergence of a modern state > Economic growth
Despite a major famine in 1816–17, a period of dramatic economic growth began after the Napoleonic Wars. There was a general improvement in agriculture, and tourism, especially from England, began to develop. But the industrial sector of the economy made the most significant gains, while still keeping its peasant character. The exclusion of the English from European markets by the wartime continental blockade, while initially detrimental to the textile industry, spurred the Swiss to modernize and to adopt mechanical spinning.

The first mechanized spinning mill was set up in Sankt Gallen in 1801, and the first large-scale plant was established a year later in the canton of Zürich. The cotton industry gave birth to the machine-fabricating industry, and both soon started exporting. By 1810 one-fourth of the thread needed by the cotton industry was being supplied from domestic sources, and shortly thereafter Switzerland became wholly independent of foreign supply. Although craftsmen of the cottage industry resisted mechanization—sometimes violently—machine production was also introduced for weaving cloth.
The pattern of Switzerland’s future economic life was taking shape. Swiss industry had to export in order to grow. It was dependent on inexpensive labour and cheap raw materials, both of which the country lacked and needed to import. Free trade was therefore a necessity. The dangers of foreign protectionism were met by increasing specialization, scientific and technical progress, and more-intensive occupational training rather than by retaliatory tariffs. Swiss companies also began opening plants in other countries.
http://www.britannica.com/eb/article-257026/Switzerland


The emergence of a modern state
> The liberal triumph
On the political level the half century spanning from 1798 to 1848 can be considered a lasting crisis of transition. The Mediation Act had disappeared with Napoleon’s demise, its place taken by the Federal Pact, which once again established Switzerland as a confederation of sovereign states united only for common defense and the maintenance of internal order. Thus, the formulation and execution of a united foreign policy was still impossible. In addition, the Swiss were separated by legal barriers—each canton had its own laws, currency, postal service, system of weights and measures, and army. The right to reside freely in any canton had also ended along with the Mediation Act, and the inhabitants of each canton therefore regarded those of the other cantons as nationals of different countries. Furthermore, civil liberties were almost nonexistent, and religious differences reappeared, as the Roman Catholic hierarchy abandoned some of its earlier positions and sided firmly with reactionary antimodernism.
But the July Revolution of 1830 in Paris inspired the so-called “Regeneration” reform movements, which organized popular assemblies in the industrialized countryside, even as the cantonal capitals, along with their guilds and patricians, remained conservative. Petitions for liberal constitutions were signed, and in most cantons the patricians renounced power in favour of popular sovereignty and equality for the rural population. Yet, Basel and—for a short time—Schwyz were split into two half cantons because their elites tried to withhold these rights from the entire population, even at the price of civil war. Thus, a group of strong liberal cantons, led by Bern, Zürich, and Lucerne, opposed an alliance of conservative cantons that included the Catholic forest cantons, along with Protestant Basel and Neuchâtel. On a national level, this polarization made it impossible to replace the Federal Pact of 1815 with a liberal constitution drawn up in 1832.
Both conservative and liberal legal and revolutionary changes occurred in the cantons during the 1830s. When the radical wing of the liberals suppressed convents in Aargau in 1841, Lucerne turned conservative and invited the Jesuits to its schools. The radicals responded by launching two unsuccessful guerrilla attacks against Lucerne. Thus, the political conflict was infused with confessionalism, and in 1845 the Catholic cantons formed the separatist defensive league known as the Sonderbund, comprising Lucerne, Uri, Schwyz, Unterwalden, Zug, Fribourg, and Valais. Still, two other Catholic cantons, Solothurn and Ticino, along with several religiously mixed ones, sided with the majority and thus proved that the conflict was essentially political and not religious. In July 1847 the Diet, representing the majority of liberal cantons, declared the Sonderbund to be incompatible with the Federal Pact and demanded its dissolution. A 25-day civil war erupted, and the result was a complete victory for the forces of the confederation. Owing to the military superiority and moderation of the majority and their commander in chief, General Guillaume-Henri Dufour, few lives were lost. Nevertheless, the vanquished bitterly resented their humiliation, and, on a national level, political Catholicism retired into an oppositional “ghetto” until the end of the century. It was protected by the sovereignty of the conservative cantons, where Roman Catholics remained in power and fervently defended local autonomy and ecclesiastical rights against liberal-radical nationalism and centralism.
Immediately after their victory and while the suspicious conservative regimes in the neighbouring countries were embroiled in domestic revolutions, the Swiss liberals established the new federal constitution of 1848, the essential structure of which has remained unchanged. The constitution provided considerable national representation even for the small cantons, which maintained essential sovereign rights (taxation, jurisdiction, and education). It created a bicameral legislative system, modeled after that of the United States, which combined a council of cantons (Ständerat), with each canton entitled to two members, and the National Council (Nationalrat), whose members would be elected in equal proportion to the Swiss population. The constitution also established the Federal Council (Bundesrat), an executive consisting of seven equally entitled secretaries. A common foreign policy was finally possible, and the new federal state unified customs, currency, weights and measures, and the postal service. It also provided for the promotion of the national welfare and for the protection of civil rights and liberties—though these were not granted to Jews until 1866. Finally, in one of the parliament’s first decisions, Bern was chosen for the capital of the new country over Zürich, Switzerland’s largest city.
http://www.britannica.com/eb/article-257027/Switzerland

Switzerland from 1848 to the present
The year 1848 was a decisive turning point in Swiss history. Although internal conflict was not wholly eliminated thereafter, it was always settled within the framework of the 1848 federal constitution. The liberals and radicals, who completely dominated the state in the 19th century and remained a leading force into the 21st century, gradually and not always willingly integrated other political and social groups into the government: first the conservative Catholics, then the peasants’ party, and finally, during World War II, the socialists. Enjoying internal political stability and spared from war—phenomena unmatched elsewhere in Europe—the Swiss focused much of their attention and efforts on developing industry, agriculture, communications, and the financial sector.
http://www.britannica.com/eb/article-257028/Switzerland

Ο ΑΛΤΡΟΥΙΣΜΟΣ ΚΑΝΕΙ ΚΑΛΟ ΣΤΗΝ ΥΓΕΙΑ ! – Altruism is healthy!


Ο ΑΛΤΡΟΥΙΣΜΟΣ ΚΑΝΕΙ ΚΑΛΟ ΣΤΗΝ ΥΓΕΙΑ !
H ομαδική ζωή χρειάζεται… μυαλό! Τα μέλη τής ομάδας πρέπει να θυμούνται ποιοι αποτελούν την ομάδα, τις μεταξύ τους σχέσεις, καθώς επίσης και να βρουν τρόπους επικοινωνίας για να εδραιώσουν συνεννόηση και εμπιστοσύνη. Ο Robin Dunbar πρότεινε ότι το αυξημένο μέγεθος του εγκεφάλου των πιθηκοειδών και του ανθρώπου σχετίζεται άμεσα με την ικανότητα ανταπόκρισης στις απαιτήσεις ομάδας συγκεκριμένου μεγέθους. H συνεργασία λοιπόν συνετέλεσε στην αύξηση του μεγέθους του ανθρώπινου εγκεφάλου.
Πρόσφατες έρευνες στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν και στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Μασαχουσέτης έδειξαν ότι ο αλτρουισμός βελτίωσε την ψυχική και σωματική υγεία καθώς και τη μακροζωία 400 ηλικιωμένων ζευγαριών. Πιθανότατα υπεύθυνος είναι ο βιολογικός μηχανισμός που καταστέλλει τις αντιδράσεις στρες και ενδυναμώνει το ανοσοποιητικό σύστημα, που είναι άμεσα συνδεδεμένο με τον εγκέφαλο και τα συναισθήματα. Αλλη πιθανή εξήγηση προτείνει ότι ο αλτρουισμός εξουδετερώνει τη μοναξιά και την κοινωνική απομόνωση – παράγοντες επικινδυνότητας για ψυχική δυσφορία, ασθένειες και θάνατο μέσω της ενεργοποίησης των οδών του στρες στον εγκέφαλο.
Ερευνητές της Ιατρικής Σχολής του Χάρβαρντ παρακολούθησαν απόφοιτους για 40 χρόνια και βρήκαν ότι ο αλτρουισμός αποτελεί έναν από τους σημαντικούς παράγοντες που βοήθησαν αυτά τα άτομα να αντεπεξέλθουν στο καθημερινό στρες.
Ο αλτρουισμός ενεργοποιεί τις ορμόνες της καλής διάθεσης, τις ενδορφίνες του εγκεφάλου, καταλήγοντας στην αίσθηση του «ανεβάσματος», δηλαδή ζεστασιάς, αυξημένης ενεργητικότητας και ευφορίας που δηλώνουν ότι αισθάνονται όσοι βοηθάνε συνανθρώπους τους.
Ίσως είναι απίστευτο σε μερικούς, αλλά οι επινοήσεις καλύτερων εργαλείων και κοινωφελέστερης χρήσης τους έγινε στην απόλεμη παλαιολιθική και γίνεται από τους αλτρουϊστές, ενώ οι μισάνθρωποι τα οικειοποιούνται με τα γνωστά αποτελέσματα της Χιροσίμα, των εξαρτησιογόνων, των μεταλλαγμένων και της διδασκαλίας τού μίσους…

Η σχέση μας με το περιβάλλον εξαρτάται από το οικοσύστημα που μεγαλώσαμε, στο οποίο είναι και το θάρρος ή οι φόβοι των γύρω μας.
Μήπως εξηγούν σε κανένα σχολείο οι θεωρητκοί των πολέμων γιατί δεν παρουσιάζονται τέτοιες σκηνές σε αμέτρητες παλαιολιθικές βραχογραφίες, πότε ακριβώς έχουν στοιχεία για την έναρξη επιθέσεων σε κάθε περιοχή (αυτά που υπαινίσσεστε είναι ελάχιστα και σποραδικά στο τέλος τής παλαιολιθικής, ενώ η μήνις=μανία των πολέμων είναι του νεολιθικού υπερπληθυσμού), και τι ευγνωμοσύνη νιώθουν για εκείνους που με αυταπάρνηση αγωνίστηκαν για την ευτυχία των επόμενων γενεών και όχι για τον πολλαπλασιασμό των άρρωστων επιθετικών; Ίσως είναι πολύ πρόσφατες οι ανακοινώσεις τού Κέλι για να προλάβετε να τις συζητήσετε πριν τις απορρίψετε.
Αν υποθέσουμε ότι, όπως ισχυρίζονται οι καθηγητές τού μίσους, οι πρόγονοί μας ήταν όμοιοί τους, τότε γιατί να μεταναστεύουν οι άνθρωποι επί εκατομμύρια χρόνια, συχνά σε αφιλόξενα μέρη (μήπως θεωρούν τους φιλειρηνικούς λαούς, με μεγαλύτερο μέσο όρο ζωής, και τους αιωνόβιούς τους ηλίθιους;) και να μην αλληλοσφάζονται εκεί που εμφανίστηκαν, όπως συμβαίνει κατά κύριο λόγο στις σημερινές κατευθυνόμενα υπερπληθυσμιακές καταστάσεις των ιερατείων;
http://tovima.dolnet.gr/print_article.php?e=B&f=14378&m=H06&aa=1

Από τα έμβρυα ως τους υπεραιωνόβιους, ευτυχία είναι το αίσθημα χαράς-ασφάλειας-αφοβίας, που είναι αποτέλεσμα αλληλοβοήθειας, γενναιοδωρίας, σωστού ύπνου*, επάρκειας ήρεμης διατροφής και ορμονικής ισορροπίας.

*Ο ΑΠΟΣΙΩΠΗΜΕΝΟΣ σωστός, αιωνοβικός ύπνος με ελαφρύ στομάχι σε ήσυχο, σκοτεινό δωμάτιο, στα βρέφη πρέπει να γίνεται όποτε κουράζονται, στα νήπια από τις 8μμ, στα παιδιά 9-19 ετών από τις 9μμ και στους ενήλικες από τις 10μμ., oπότε ξυπνάμε ευδιάθετοι, νωρίς, χωρίς έγνοια της ώρας, χωρίς να μας λείπει ύπνος το μεσημέρι και χωρίς να είμαστε συνεχώς σε λήθαργο.

Για να ξεπεράσει κάποιος τον από ατυχία επίκτητο φόβο τού σκοταδιού, βοηθά το νανούρισμα, μια μάσκα ύπνου ή ένα ΑΔΥΝΑΜΟ κόκκινο φωτάκι που δεν διαπερνά τα βλέφαρα.

Ξεκουρασοθεραπεία – rest therapy: Ξεκούραση-Ευδιαθεσία-Ενίσχυση ανοσοποιητικού-Βελτίωση εμφάνισης.


ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΕΓΚΕΦΑΛΟΥ ΦΟΒΙΚΩΝ – ΑΦΟΒΙΚΩΝ (εθισμένων ή όχι στο φόβο)

10-09-07
Πολιτική, όπως ζωή
Συντηρητικοί και προοδευτικοί έχουν διαφορετικό εγκέφαλο
Όπως είπε ο Αριστοτέλης, ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως ζώον πολιτικό.
Αντίθετα με την ευρέως διαδεδομένη άποψη, οι πολιτικοί δεν είναι όλοι ίδιοι. Οι πολιτικές διαφορές ανάμεσα σε συντηρητικούς και προοδευτικούς επεκτείνονται και στην καθημερινή ζωή, τους καθώς βασίζονται σε ειδικά κυκλώματα που έχουν διαμορφωθεί στον εγκέφαλο, προκύπτει από έρευνα στις ΗΠΑ.
Παλαιότερες μελέτες, επισημαίνουν οι ερευνητές, είχαν δείξει ισχυρή συσχέτιση ανάμεσα στις πολιτικές πεποιθήσεις και ορισμένα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας: οι συντηρητικοί επιζητούν τάξη στη ζωή τους και είναι πιο σταθεροί στον τρόπο με τον οποίο παίρνουν αποφάσεις. Οι προοδευτικοί, αντίθετα, έχουν υψηλότερη αντοχή στην αμφισημία και την πολυπλοκότητα και προσαρμόζονται ευκολότερα σε απρόβλεπτες καταστάσεις.
Η αντιστοιχία ανάμεσα στις πολιτικές απόψεις και το «γνωστικό στιλ» έχει βρεθεί επίσης να είναι κληρονομική, αναφέρουν οι ερευνητές στο περιοδικό Nature Neurosciences, όπου δημοσιεύουν τα αποτελέσματα των πειραμάτων τους.
Όπως αναφέρει το Reuters, ο πολιτικός επιστήμονας Ντέιβιντ Αμόντιο θέλησε να εξετάσει κατά πόσο οι εγκέφαλοι προοδευτικών και συντηρητικών αντιδρούν διαφορετικά στο ίδιο ερέθισμα.
Συνολικά 43 εθελοντές κλήθηκαν να ολοκληρώσουν μια σειρά τεστ στον υπολογιστή τα οποία εκτιμούσαν την αντίδρασή τους σε ερεθίσματα που τους ανάγκαζαν να βγουν από μια καθιερωμένη ρουτίνα. Μια τέτοια κατάσταση στην καθημερινή ζωή θα ήταν, για παράδειγμα, ένα απρόβλεπτο εμπόδιο που μας αναγκάζει να βγούμε από τη συνηθισμένη διαδρομή μας προς το σπίτι.
Μέσω ηλεκτροεγκεφαλογραφήματος, οι ερευνητές παρακολούθησαν τη δραστηριότητα στον πρόσθιο ζωνωτό φλοιό, μια περιοχή του εγκεφάλου που αναλαμβάνει τον έλεγχο των εσωτερικών διενέξεων.
Πράγματι, οι εθελοντές που δήλωναν προοδευτικοί είχαν «σημαντικά υψηλότερη νευρωνική δραστηριότητα που σχετίζεται με τις διενέξεις» όταν έπρεπε να σπάσουν τη ρουτίνα. Οι συντηρητικοί, αντίθετα, ήταν λιγότερο ικανοί να προσαρμόζονται στην αναπάντεχη κατάσταση.
Το κατά πόσο αυτό είναι καλό ή κακό εξαρτάται βέβαια από την οπτική γωνία. Κάποιος θα μπορούσε να θεωρήσει τους συντηρητικούς άκαμπτους και τους προοδευτικούς ευπροσάρμοστους, ενώ κάποιος άλλος μπορεί να θεωρεί ασυνεπής τους προοδευτικούς και σταθερούς και πιστούς τους συντηρητικούς.
Όσο για το ποιο είναι το αίτιο και το αποτέλεσμα, αν δηλαδή οι πολιτικές πεποιθήσεις εξαρτώνται από την κατασκευή του εγκεφάλου ή το αντίστροφο, οι ερευνητές δεν έχουν έτοιμη απάντηση.
Το πιθανότερο είναι ότι το γνωστικό στιλ βασίζεται στη γενετική μας κληρονομιά αλλά διαμορφώνεται νωρίς στη ζωή μας και από τις εμπειρίες. [αποδεδειγμένα, αλλά όχι προβεβλημένα, στην εμβρυοσύνη]
http://www.in.gr/news/article.asp?lngEntityID=830559&lngDtrID=252
http://www.altruists.org
ΟΥΤΕ ΝΑ ΦΟΒΟΜΑΣΤΕ –
ΟΥΤΕ ΝΑ ΦΟΒΙΖΟΥΜΕ !


Οι στίχοι στο τέλος τής σελίδας

To prevent self-destructive aggression addiction of roman duels-arenas. Για πρόληψη της αυτο-καταστροφικής εξάρτησης στην επιθετικότητα των ρωμαϊκών μονομαχιών-αρένων.


Στη φιλία λέμε ΝΑΙ, και στην περιπέτεια ΝΑΙ !
Στο κολύμπι λέμε ΝΑΙ, στην ξεκούρασή μας ΝΑΙ !
Στα τραγούδια λέμε ΝΑΙ, και στο γέλιο λέμε ΝΑΙ !
ΟΧΙ στις Πομπηίες, ΟΧΙ και στα ξενύχτια τους !
ΟΧΙ και στις αρένες, τις καταστροφικές…

Στην αγάπη λέμε ΝΑΙ, στους χορούς και πάλι ΝΑΙ !
Στους εντάξει λέμε ΝΑΙ, και στο θάρρος λέμε ΝΑΙ !
Στα όνειρά μας λέμε ΝΑΙ, και στο κέφι λέμε ΝΑΙ !
ΟΧΙ, παιδιά, στο φόβο, ΟΧΙ στην εξουθένωση !
ΟΧΙ στις εξαρτήσεις, μανίες, κολλήματα…

Στη βοήθεια λέμε ΝΑΙ, και στα δώρα λέμε ΝΑΙ !
Στις εκπλήξεις λέμε ΝΑΙ, και διακοπές συχνές !
Στο νανούρισμα ΝΑΙ, ΝΑΙ, νωρίς ξύπνημα ΝΑΙ, ΝΑΙ !
ΟΧΙ στους μονομάχους, ΟΧΙ επιθετικότητα !
Άμυνα στη μανία οι παρέες οι γελαστές !

Αν κοιμηθώ αργά, θα σηκωθώ αργά,
και θα ‘μαι χάλια παρά πολύ επικίνδυνα…
Αν κοιμηθώ νωρίς, θα σηκωθώ νωρίς,
τη μέρα από την αρχή χαρά θα δίνω στη Γη !

Σε αυτή τη διεύθυνση εδώ μπορείτε να δείτε ταινιάκια Πρώτων Βοηθειών, όπως και άλλες ανάλογες συνδέσεις εδώ.

Παράλληλα με την αναγκαία ενημέρωση, προτείνουμε για διάδοση το παρακάτω ταινιάκι, για να ζητάμε από υπηρεσίες ή έστω με τους συγκατοίκους μας σε πολυκατοικίες/γειτονιές να κάνουμε ΤΑΚΤΙΚΕΣ ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΕΚΚΕΝΩΣΗΣ:
http://www.youtube.com/v/yN9D-QmIwko

Το σχολιασμένο ντοκιμαντέρ στα ελληνικά που έδειξε ως και ο …Σκάι για την ΑΠΑΤΗ των εγωμανών  ψευτοοικολόγων  τής «υπερθέρμανσης»:
1ο  μέρος: http://www.youtube.com/v/VWpq92JV2og
2ο μέρος http://www.youtube.com/v/QwTZ8d5XjnM
3ο μέρος:  http://www.youtube.com/v/pMmT32rSFCs
4ο μέρος: http://www.youtube.com/v/CzXGXB2xIJE

Αρέσει σε %d bloggers: